ντεραπάρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντεραπάρω < ιταλική derapare

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ντεραπάρω

  1. (για οχήματα) γλιστρώ και ξεφεύγω από την πορεία μου
το αυτοκίνητο ντεραπάρισε στο οδόστρωμα και ανετράπη
  1. (μεταφορικά) κομπιάζω, κάνω σαρδάμ, δεν έχω έμπνευση, κολλάω ή ξεχνώ ρίμες καθώς ραπάρω, κακοραπάρω

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]