Μετάβαση στο περιεχόμενο

skid

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
skid skids

skid (en)

ενεστώτας skid
γ΄ ενικό ενεστώτα skids
αόριστος skidded
παθητική μετοχή skidded
ενεργητική μετοχή skidding

skid (en)