γλίστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλίστρα γλίστρες
γενική γλίστρας
αιτιατική γλίστρα γλίστρες
κλητική γλίστρα γλίστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλίστρα < γλιστρώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλίστρα θηλυκό και γλύστρα

  1. οποιοσδήποτε ολισθηρός τόπος
  2. (λαϊκότροπο): παράλιο μέρος κατάλληλα διαμορφωμένο για την ομαλή καθέλκυση / ανέλκυση σκαφών από τρέιλερ
  3. γλίστρημα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πήρα μια γλίστρα στον πάγο που κόντευα να σκοτωθώ, (= γλίστρησα στον πάγο)
  • έφαγα μια γλίστρα από το ρύζι που είχε πέσει στο πεζοδρόμιο (= γλίστρησα από το ρύζι)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]