slide

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slide (en)

      ενικός         πληθυντικός  
slide slides
  1. (μόνο στον ενικό) η γλίστρα, το γλίστρημα, μια μακρά, ομαλή κίνηση σε πάγο ή λεία επιφάνεια
    I took a slide on the ice.
    Πήρα μια γλίστρα στον πάγο.
  2. η τσουλήθρα

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας slide
γ΄ ενικό ενεστώτα slides
αόριστος slid
παθητική μετοχή slid
ενεργητική μετοχή sliding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

slide (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]