ομοϊδεάτισσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομοϊδεάτισσα ομοϊδεάτισσες
γενική ομοϊδεάτισσας ομοϊδεατισσών
αιτιατική ομοϊδεάτισσα ομοϊδεάτισσες
κλητική ομοϊδεάτισσα ομοϊδεάτισσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομοϊδεάτισσα < ομοϊδεάτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομοϊδεάτισσα θηλυκό

  • αυτή που έχει τις ίδιες ιδέες, κυρίως την ίδια πολιτική ιδεολογία με κάποιον άλλον

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]