οπλοχρησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οπλοχρησία οι οπλοχρησίες
      γενική της οπλοχρησίας των οπλοχρησιών
    αιτιατική την οπλοχρησία τις οπλοχρησίες
     κλητική οπλοχρησία οπλοχρησίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπλοχρησία < όπλον+χρήσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπλοχρησία θηλυκό

  1. η χρήση όπλου


Μεταφράσεις[επεξεργασία]