ο ζυγό 'πακούτσε του βούε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ο ζυγό 'πακούτσε του βούε < λείπει η ετυμολογία

Έκφραση

[επεξεργασία]

ο ζυγό 'πακούτσε του βούε

  1. (κυριολεκτικά) ο ζυγός πλάκωσε τα βόδια
  2. (μεταφορικά) (για μικρά αγόρια) καθισμένα με ανοικτά τα πόδια έτσι ώστε το πέος τους να φαίνεται πεσμένο πάνω στους όρχεις τους, ανάμεσά τους