ποδανά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποδανά < ανάποδα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποδανά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. ιδιωματική συνθηματική διάλεκτος γενικά με χρήση αναγραμματισμών κυρίως, όμως, με τη μεταφορά της πρώτης συλλαβής στο τέλος
    στα ποδανά το "μέπα νεμασί;" σημαίνει "πάμε σινεμά;"

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]