πούμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ένα πούμα που κάθεται.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πούμα < ισπανική puma < κέτσουα puma

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πούμα ουδέτερο άκλιτο

  1. (ζωολογία) αιλουροειδές θηλαστικό της Αμερικής
     συνώνυμα: κούγκαρ

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]