ραντεβού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραντεβού < γαλλική rendez-vous

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ραντεβού ουδέτερο άκλιτο

  1. συνάντηση σε προκαθορισμένο σημείο και χρόνο
  2. ερωτική συνάντηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]