Μετάβαση στο περιεχόμενο

σίκουελ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σίκουελ < αγγλική sequel < μέση γαλλική séquelle < λατινική sequela < sequor < πρωτοϊταλική *sekʷōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sekʷ- (ακολουθώ)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsi.ku.el/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σίκουελ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σίκουελ ουδέτερο άκλιτο

Αντώνυμα

[επεξεργασία]
  • σίκουελ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Sequel στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]