σακουλεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: σακουλιάζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακουλεύομαι < τουρκική şakul (βαρίδι για αλφάδιασμα) + -εύομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σακουλεύομαι, πρτ.: σακουλευόμουν, στ.μέλλ.: θα σακουλευτώ, αόρ.: σακουλεύτηκα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]