βαρίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρίδι < μεσαιωνική ελληνική βαρίδιον < (αρχαία ελληνική) βάρος + -ίδιον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρίδι ουδέτερο (& βαρίδιο)

  1. μικρό μεταλλικό αντικείμενο που προσθέτει βάρος
    1. σε μια ζυγαριά ή παλάντζα ή πλάστιγγα ή καντάρι
       συνώνυμα: αντίβαρο, αντιζύγι(ο)
    2. σε αλιευτικά εργαλεία (πετονιά, καλάμι, δίχτυα), για να τα κρατά βυθισμένα στο νερό
      βαρίδι βυθοσκόπησης
    3. στο νήμα της στάθμης του αλφαδιού των οικοδόμων
       συνώνυμα: μολυβήθρα
    4. στα στημόνια ενός αργαλειού, προκειμένου να είναι τεντωμένα
    5. στην άκρη ενός ωρολογιακού εκκρεμούς ή ενός ρολογιού-κούκου
  2. κάθε εξαρτημένο και αιωρούμενο αντικείμενο που το χρησιμοποιούμε ως βάρος ή αντίβαρο
  3. (μεταφορικά) καθετί που το αισθανόμαστε βαρύ
    Αισθάνομαι τα χέρια μου βαρίδια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]