βαρίδι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βαρίδι | τα | βαρίδια |
| γενική | του | βαριδιού | των | βαριδιών |
| αιτιατική | το | βαρίδι | τα | βαρίδια |
| κλητική | βαρίδι | βαρίδια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βαρίδι < μεσαιωνική ελληνική βαρίδιον < (αρχαία ελληνική) βάρος + -ίδιον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαρίδι ουδέτερο (& βαρίδιο)
- μικρό μεταλλικό αντικείμενο που προσθέτει βάρος
- σε μια ζυγαριά ή παλάντζα ή πλάστιγγα ή καντάρι
- σε αλιευτικά εργαλεία (πετονιά, καλάμι, δίχτυα), για να τα κρατά βυθισμένα στο νερό
- βαρίδι βυθοσκόπησης
- στο νήμα της στάθμης του αλφαδιού των οικοδόμων
- στα στημόνια ενός αργαλειού, προκειμένου να είναι τεντωμένα
- στην άκρη ενός ωρολογιακού εκκρεμούς ή ενός ρολογιού-κούκου
- κάθε εξαρτημένο και αιωρούμενο αντικείμενο που το χρησιμοποιούμε ως βάρος ή αντίβαρο
- ※ Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)
- (μεταφορικά) καθετί που το αισθανόμαστε βαρύ
- Αισθάνομαι τα χέρια μου βαρίδια
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μικρό βάρος
βαρίδι πετονιάς, βυθοσκόπησης