βαρίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρίδι < μεσαιωνική ελληνική βαρίδιον < (αρχαία ελληνική ) βάρος + -ίδιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρίδι ουδέτερο (& βαρίδιο)

  1. μικρό μεταλλικό αντικείμενο που προσθέτει βάρος
    1. σε μια ζυγαριά ή παλάντζα ή πλάστιγγα ή καντάρι
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: αντίβαρο, αντιζύγι(ο)
    2. σε αλιευτικά εργαλεία (πετονιά, καλάμι, δίχτυα), για να τα κρατά βυθισμένα στο νερό
      βαρίδι βυθοσκόπησης
    3. στο νήμα της στάθμης του αλφαδιού των οικοδόμων
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: μολυβήθρα
    4. στα στημόνια ενός αργαλειού, προκειμένου να είναι τεντωμένα
    5. στην άκρη ενός ωρολογιακού εκκρεμούς ή ενός ρολογιού-κούκου
  2. κάθε εξαρτημένο και αιωρούμενο αντικείμενο που το χρησιμοποιούμε ως βάρος ή αντίβαρο
  3. (μεταφορικά) καθετί που το αισθανόμαστε βαρύ
    Αισθάνομαι τα χέρια μου βαρίδια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]