Μετάβαση στο περιεχόμενο

βαρίδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βαρίδι τα βαρίδια
      γενική του βαριδιού των βαριδιών
    αιτιατική το βαρίδι τα βαρίδια
     κλητική βαρίδι βαρίδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βαρίδι < μεσαιωνική ελληνική βαρίδιον < (αρχαία ελληνική) βάρος + -ίδιον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βαρίδι ουδέτερο (& βαρίδιο)

  1. μικρό μεταλλικό αντικείμενο που προσθέτει βάρος
    1. σε μια ζυγαριά ή παλάντζα ή πλάστιγγα ή καντάρι
       συνώνυμα: αντίβαρο, αντιζύγι(ο)
    2. σε αλιευτικά εργαλεία (πετονιά, καλάμι, δίχτυα), για να τα κρατά βυθισμένα στο νερό
      βαρίδι βυθοσκόπησης
    3. στο νήμα της στάθμης του αλφαδιού των οικοδόμων
       συνώνυμα: μολυβήθρα
    4. στα στημόνια ενός αργαλειού, προκειμένου να είναι τεντωμένα
    5. στην άκρη ενός ωρολογιακού εκκρεμούς ή ενός ρολογιού-κούκου
  2. κάθε εξαρτημένο και αιωρούμενο αντικείμενο που το χρησιμοποιούμε ως βάρος ή αντίβαρο
      Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)
  3. (μεταφορικά) καθετί που το αισθανόμαστε βαρύ
    Αισθάνομαι τα χέρια μου βαρίδια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]