αντίβαρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντίβαρο αντίβαρα
γενική αντίβαρου αντίβαρων
αιτιατική αντίβαρο αντίβαρα
κλητική αντίβαρο αντίβαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντίβαρο < αντί + βάρος + -ο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική contrepoids)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈdi.va.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντίβαρο ουδέτερο

  1. βαρύ αντικείμενο από μέταλλο, τσιμέντο ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται σε μοχλικούς μηχανισμούς, ώστε να μειωθεί η δύναμη που απαιτείται, προκειμένου να σηκωθεί ή να μετακινηθεί
  2. μεταλλικό αντικείμενο γνωστού και συγκεκριμένου βάρους που τοποθετείται σε μια ζυγαριά, προκειμένου να ζυγίσουμε κάτι που δεν γνωρίζουμε το βάρος του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντιζύγι, αντιστάθμισμα, βαρίδι, κοντραπέζο
  3. (μεταφορικά) κάτι που επιφέρει ισορροπία σε σχέσεις ή καταστάσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]