σολφέζ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σολφέζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική solfège[1] < ιταλική solfeggio < λατινική solfa < sol + fa

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σολφέζ ουδέτερο άκλιτο

  • (μουσική) η μουσική ανάγνωση· ο σπουδαστής της μουσικής διαβάζει την παρτιτούρα και τραγουδάει τη μελωδία λέγοντας τις νότες με τα ονόματά τους
    κάθε Δευτέρα έχουμε μάθημα σολφέζ
    σολφέζ και νότες απαλές, πιάνο· αβάντι και φα... φα... φα...

Μεταφράσεις[επεξεργασία]