στρατοπέδευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατοπέδευση < αρχ. στρατοπέδευσις < στρατοπεδευ (στρατοπεδεύω) -ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατοπέδευση θηλυκό

  1. (στρατ.) η εγκατάσταση ενός στρατιωτικού σώματος σε υπαίθριο χώρο έξω από τις μόνιμες εγκαταστάσεις.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]