τσάγια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈt͡sa.ʝa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τσά‐για
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- τσάγια < γραφή τσάγεια < συμφυρμός των τσά(ο) + γεια,[1] με απλοποίηση της γραφής ⟨ει > ι⟩ κατά τον πληθυντικό τα τσάγια
Επιφώνημα
[επεξεργασία]τσάγια
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- τσάγεια
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τσάγια
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- τσάγια: κλιτικός τύπος
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]τσάγια ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάι