τσιγκολελέτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιγκολελέτα τσιγκολελέτες
γενική τσιγκολελέτας τσιγκολελετών
αιτιατική τσιγκολελέτα τσιγκολελέτες
κλητική τσιγκολελέτα τσιγκολελέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

τσίγκος (σεντ εθνικού νομίσματος από φτηνό κράμα) + λελέτα: βρεφική αλλοίωση της λέξης βιολέτα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιγκολελέτα (el) θηλυκό