υπερπόλωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερπόλωση υπερπολώσεις
γενική υπερπόλωσης
& υπερπολώσεως
υπερπολώσεων
αιτιατική υπερπόλωση υπερπολώσεις
κλητική υπερπόλωση υπερπολώσεις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(η) υπερπόλωση θηλυκό
μόνο ενικός ως φαινόμενο
πληθυντικός ως συμβάντα

  • αύξηση της διαφοράς δυναμικού μεταξύ δύο σημείων ή σε σχέση με την θέση ισορροπίας (συνήθως αφορά στιγμιαία μεταβολή)
  • διαγραμματική ακίδα τάσης, σύντομη αύξηση τάσης
  • νευρική ώθηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]