χωριατόσπιτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωριατόσπιτο χωριατόσπιτα
γενική χωριατόσπιτου χωριατόσπιτων
αιτιατική χωριατόσπιτο χωριατόσπιτα
κλητική χωριατόσπιτο χωριατόσπιτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωριατόσπιτο < χωριό και σπίτι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χωριατόσπιτο ουδέτερο

  • η αγροικία, αλλά συνήθως με μειωτική έννοια, για σπίτι πολύ ταπεινό, χωρίς ανέσεις, που δεν καλύπτει τις ανάγκες ενός αστού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]