ἀναβαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀναβαίνω < ἀνά και βαίνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀναβαίνω

  1. πηγαίνω επάνω, ανεβαίνω
    ἡ μὲν ἔπειτ᾽ ἀνέβαιν᾽ ὑπερώϊα δῖα γυναικῶν
  2. ανεβαίνω σε κάτι, σκαρφαλώνω
    εἰς ἐλάτην ἀναβὰς περιμήκετον
  3. (μεταφορικά)ανεβάζω το επίπεδο
    ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἀναβεβήκαμεν τοῦ λόγου, ἓν μὲν εἶναι εἶδος τῆς ἀρετῆς, ἄπειρα δὲ τῆς κακίας (: τώρα που ανεβάσαμε τη συζήτηση σε αυτό το επίπεδο, ένα είναι το είδος της αρετής...)
  4. επιβαίνω, επιβιβάζομαι
    ἀναβάσομαι στόλον
  5. προχωρώ προς τα ηπειρωτικά, προς τα μεσόγεια
  6. ανεβαίνω στο βήμα να μιλήσω
  7. προχωρώ σε ερωτική πράξη
  8. φτάνω καπου


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]