チョコレート

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιαπωνικά (ja) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

チョコレート < αγγλική chocolate < γαλλική chocolat < ιταλικά cioccolata < ισπανικά chocolate < νάουατλ chocolātl < xococ (πικρός) + ātl (νερό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραφή
kanji  チョコレート 
rōmaji chokorēto

チョコレート (ja)