Abfassung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abfassung die Abfassungen
γενική der Abfassung der Abfassungen
δοτική der Abfassung den Abfassungen
αιτιατική die Abfassung die Abfassungen

Abfassung (de) θηλυκό

  1. σύνταξη
  2. διατύπωση