Aufregung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Aufregung die Aufregungen
γενική der Aufregung der Aufregungen
δοτική der Aufregung den Aufregungen
αιτιατική die Aufregung die Aufregungen

Aufregung (de) θηλυκό

  1. έξαψη