Erkenntnis

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Erkenntnis die Erkenntnisse
γενική der Erkenntnis der Erkenntnisse
δοτική der Erkenntnis den Erkenntnissen
αιτιατική die Erkenntnis die Erkenntnisse


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Erkenntnis 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Erkenntnis (de) θηλυκό