Forschung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Forschung die Forschungen
γενική der Forschung der Forschungen
δοτική der Forschung den Forschungen
αιτιατική die Forschung die Forschungen

Forschung (de) θηλυκό