Grund

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Grund 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Grund (de) αρσενικό

  1. ο λόγος, η αιτία
    es hat bestimmt einen Grund - σίγουρα έχει κάποιο λόγο
  2. το έδαφος
  3. ο βυθός
  4. η βάση