Musa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Musa (la) θηλυκό, γενική': Musae

  1. η μούσα
  2. (στον πληθυντικό) η μουσική, η παιδεία

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Musa (sv)