Notiz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Notiz die Notizen
γενική der Notiz der Notizen
δοτική der Notiz den Notizen
αιτιατική die Notiz die Notizen

Notiz (de) θηλυκό

  1. σημείωση, σημείωμα