Träne

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Träne die Tränen
γενική der Träne der Tränen
δοτική der Träne den Tränen
αιτιατική die Träne die Tränen

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtʀɛːnə/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Träne (de) θηλυκό