Uhr
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Uhr | die | Uhren |
| γενική | der | Uhr | der | Uhren |
| δοτική | der | Uhr | den | Uhren |
| αιτιατική | die | Uhr | die | Uhren |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Uhr (de) θηλυκό
- το ρολόι
Die Uhr ist kaputt, sie zeigt die Zeit nicht richtig an.
- Το ρολόι είναι χαλασμένο, δε δείχνει σωστά την ώρα.
- ≈ συνώνυμα: Chronometer, Zeitmesser
- η ώρα
Wir treffen uns um zehn Uhr nachts.
- Θα συναντηθούμε στις δέκα η ώρα το βράδυ.
Σύνθετα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- wie viel Uhr ist es? - τι ώρα είναι;
- rund um die Uhr - εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, όλη μέρα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Uhr στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Uhr < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Uhr αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά θηλυκά (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση κάτω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση κάτω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (σουηδικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (σουηδικά)