Μετάβαση στο περιεχόμενο

Uhr

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Uhr die Uhren
γενική der Uhr der Uhren
δοτική der Uhr den Uhren
αιτιατική die Uhr die Uhren

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Uhr < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική , μέση κάτω γερμανική ūr(e) < παλαιά γαλλική (h)ore < λατινική hora < αρχαία ελληνική ὥρα [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /uːɐ̯/
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Uhr (de) θηλυκό

  1. το ρολόι
    παράδειγμα Die Uhr ist kaputt, sie zeigt die Zeit nicht richtig an.
    Το ρολόι είναι χαλασμένο, δε δείχνει σωστά την ώρα.
     συνώνυμα: Chronometer, Zeitmesser
  2. η ώρα
    παράδειγμα Wir treffen uns um zehn Uhr nachts.
    Θα συναντηθούμε στις δέκα η ώρα το βράδυ.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • wie viel Uhr ist es? - τι ώρα είναι;
  • rund um die Uhr - εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, όλη μέρα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Uhr στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Uhr - Duden online.
  2. Uhr - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Uhr < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Uhr αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden