Verschlechterung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Verschlechterung < verschlechtern

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Verschlechterung die Verschlechterungen
γενική der Verschlechterung der Verschlechterungen
δοτική der Verschlechterung den Verschlechterungen
αιτιατική die Verschlechterung die Verschlechterungen

Verschlechterung (de) θηλυκό

  1. επιδείνωση, χειροτέρευση