Vertrauen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: vertrauen

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Vertrauen -
γενική des Vertrauens -
δοτική dem Vertrauen -
αιτιατική das Vertrauen -

Vertrauen (de) ουδέτερο

  1. εμπιστοσύνη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]