Verwüstung
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Verwüstung | die | Verwüstungen |
| γενική | der | Verwüstung | der | Verwüstungen |
| δοτική | der | Verwüstung | den | Verwüstungen |
| αιτιατική | die | Verwüstung | die | Verwüstungen |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Verwüstung (de) θηλυκό
- η ερήμωση