accesso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
accesso accessi

accesso (it)

  1. είσοδος, προσέλευση, προσπέλαση
  2. (νομικός όρος) αυτοψία
  3. (ιατρική) παροξυσμός, ξέσπασμα οργής