προσπέλαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσπέλαση < προσέγγιση σε κάτι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσπέλαση θηλυκό

είναι πολύ δύσκολη η προσπέλαση αυτού του βουνού
για την προσπέλαση του στόχου απαιτείται αυτοσυγκέντρωση και οργάνωση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]