acquit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /əˈkwɪt/

Open book 01.svg Ρήμα[]

acquit (en)

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

ενικός πληθυντικός
acquit acquits


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ki/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

acquit (fr) αρσενικό

Pour acquit. Εξοφλήθηκε. (Μνεία με ημερομηνία και υπογραφή που φέρεται πάνω σε ένα έγγραφο σαν αναγνώριση πληρωμής.)

Εκφράσεις[]

  • Par acquit de conscience. Για να έχει κάποιος ήσυχη τη συνείδησή του, για να μην μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει.

Ομώνυμα[]