admonish

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

admonish (en)

  1. επιτιμώ, επιπλήττω
     συνώνυμα: reprimand, chide
  2. (+ against ή δευτερεύουσα πρόταση) αποτρέπω από κάτι κακό, προειδοποιώ για έναν κίνδυνο