aggression

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

aggression < γαλλική agression < λατινική aggressio < aggressus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος aggredior

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /əˈgɹɛʃən/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aggression (en)

  1. επίθεση
  2. επιδρομή
  3. επιθετικότητα