aigreur

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aigreur aigreurs

aigreur (fr) θηλυκό

  1. (γαστρονομία) η ξινίλα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: douceur
  2. (μεταφορικά) δριμύτητα, κακή διάθεση που εμφανίζεται με δυσάρεστες παρατηρήσεις στον άλλον
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: aménité, sérénité

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: aigre