anfibio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

anfibio < αρχαία ελληνική ἀμφίβιος < ἀμφί + βίος

Επίθετο[επεξεργασία]

anfibio (it)

  1. (ζωολογία) τα ζώα ή φυτά που μπορούν να ζήσουν στην ξηρά αλλά και στο νερό
  2. τεχνολογία κατασκευή που μπορεί να κινηθεί αποτελεσματικά στην ξηρά και στο νερό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

anfibio (it)

  1. (ζωολογία) κατηγορία των σπονδυλωτών Chordata phylum
  2. τύπος αεροπλάνου που προσγειώνεται σε ξηρά και νερό