audio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

audio < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ew-is-d-, (ρίζα *h₂ew- = βλέπω, αντιλαμβάνομαι). Συγγενές με το αρχαία ελληνική αἰσθάνομαι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈau.di.oː/

Ρήμα[επεξεργασία]

audio (la) (audiō, audīvī, audītum, audīre)

Κλίση[επεξεργασία]