award
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| award | awards |
award (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | award |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | awards |
| αόριστος | awarded |
| παθητική μετοχή | awarded |
| ενεργητική μετοχή | awarding |
award (en) (μεταβατικό)
- απονέμω, βραβεύω, αποδίδω τιμητική διάκριση· χορηγώ χρηματικό ποσό
He was awarded the Nobel prize.
- Του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ.
The university awarded him an honorary doctorate.
- Το πανεπιστήμιο του απένειμε τιμητικό διδακτορικό.
The committee awarded first prize to the novel.
- Η επιτροπή απένειμε το πρώτο βραβείο στο μυθιστόρημα.
The top students in the school were awarded for their performance.
- Οι πρώτοι μαθητές του σχολείου βραβεύτηκαν για την επίδοσή τους.
The committee awarded the three best short stories.
- Η επιτροπή βράβευσε τα τρία καλύτερα διηγήματα.
The foundation awarded him a scholarship.
- Το ίδρυμα του χορήγησε υποτροφία.
- επιδικάζω, κατακυρώνω, αναγνωρίζω ως νόμιμη την απαίτηση κάποιου και την ικανοποιώ
Damages may be awarded for emotional injury.
- Μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση για ψυχική βλάβη.
The electoral court awarded the parliamentary seat to the party.
- Το εκλογοδικείο κατακύρωσε τη βουλευτική έδρα στο κόμμα.
- κατακυρώνω, αναγνωρίζω σε κάποιον το δικαίωμα να κατέχει κάτι ειδικότερα σε δημοπρασία, αναγνωρίζω στον πλειοδότη την κυριότητα ενός πράγματος
The contract was awarded to the company with the lowest bid.
- Το έργο κατακυρώθηκε στην εταιρεία με τη χαμηλότερη προσφορά.
The painting was awarded to the highest bidder.
- Ο πίνακας κατακυρώθηκε στον πλειοδότη.