Μετάβαση στο περιεχόμενο

award

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
award awards

award (en)

  1. η απόφαση ενός κριτή, επιδιαιτητή, συμβουλίου κλπ
  2. το βραβείο, η τιμητική διάκριση, το μετάλλιο κλπ
ενεστώτας award
γ΄ ενικό ενεστώτα awards
αόριστος awarded
παθητική μετοχή awarded
ενεργητική μετοχή awarding

award (en) (μεταβατικό)

  1. απονέμω, βραβεύω, αποδίδω τιμητική διάκριση· χορηγώ χρηματικό ποσό
    παράδειγμα  He was awarded the Nobel prize.
    Του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ.
    παράδειγμα  The university awarded him an honorary doctorate.
    Το πανεπιστήμιο του απένειμε τιμητικό διδακτορικό.
    παράδειγμα  The committee awarded first prize to the novel.
    Η επιτροπή απένειμε το πρώτο βραβείο στο μυθιστόρημα.
    παράδειγμα  The top students in the school were awarded for their performance.
    Οι πρώτοι μαθητές του σχολείου βραβεύτηκαν για την επίδοσή τους.
    παράδειγμα  The committee awarded the three best short stories.
    Η επιτροπή βράβευσε τα τρία καλύτερα διηγήματα.
    παράδειγμα  The foundation awarded him a scholarship.
    Το ίδρυμα του χορήγησε υποτροφία.
  2. επιδικάζω, κατακυρώνω, αναγνωρίζω ως νόμιμη την απαίτηση κάποιου και την ικανοποιώ
    παράδειγμα  Damages may be awarded for emotional injury.
    Μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση για ψυχική βλάβη.
    παράδειγμα  The electoral court awarded the parliamentary seat to the party.
    Το εκλογοδικείο κατακύρωσε τη βουλευτική έδρα στο κόμμα.
  3. κατακυρώνω, αναγνωρίζω σε κάποιον το δικαίωμα να κατέχει κάτι ειδικότερα σε δημοπρασία, αναγνωρίζω στον πλειοδότη την κυριότητα ενός πράγματος
    παράδειγμα  The contract was awarded to the company with the lowest bid.
    Το έργο κατακυρώθηκε στην εταιρεία με τη χαμηλότερη προσφορά.
    παράδειγμα  The painting was awarded to the highest bidder.
    Ο πίνακας κατακυρώθηκε στον πλειοδότη.