Μετάβαση στο περιεχόμενο

bassin

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bassin < παλαιά γαλλικά bacin < δημώδης λατινική baccinus / baccinum < baccus < γαλατικά *bacca

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bassin bassins

bassin (fr)αρσενικό

  1. η λεκάνη, η σκάφη
  2. η γούρνα
  3. (ανατομία) η πύελος
  4. (γεωγραφία) το λεκανοπέδιο
  5. η δεξαμενή ενός ναυπηγείου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]