Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκάφη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σκαφή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκάφη οι σκάφες
      γενική της σκάφης
    αιτιατική τη σκάφη τις σκάφες
     κλητική σκάφη σκάφες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκάφη < αρχαία ελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκάφη θηλυκό

  • μεγάλο ξύλινο ανοιχτό δοχείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το πλύσιμο των ρούχων

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

σκάφη ουδέτερο

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σκάφη αἱ σκάφαι
      γενική τῆς σκάφης τῶν σκαφῶν
      δοτική τῇ σκάφ ταῖς σκάφαις
    αιτιατική τὴν σκάφην τὰς σκάφᾱς
     κλητική ! σκάφη σκάφαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σκάφ
γεν-δοτ τοῖν  σκάφαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκάφη < σκάπτω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκάφη θηλυκό

  1. κοίλο και επίμηκες ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος στο οποίο ζυμώνεται το ψωμί, πλύνονται ρούχα, ποτίζονται τα ζώα
  2. (ναυτικός όρος) μικρό πλοιάριο
  3. κάδος για λούσιμο, λουτήρας
  4. (θρησκεία) λεκάνη ή δίσκος πάνω στον οποίο έφερναν αναθήματα και προσφορές οι σκαφηφόροι στα Παναθήναια
  5. (ναυτικός όρος) φορτηγό πλοίο
  6. λίκνο, κούνια
  7. (σε επιγραφή) τάφος, τύμβος
  8. (ενδυμασία) είδος ταινίας της κεφαλής ή είδος επιδέσμου

Εκφράσεις

[επεξεργασία]