benign

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

benign (en)

  1. ήπιος, ευγενικός
  2. καλοήθης (όχι εξαιρετικά επικίνδυνος)
    a benign tumor - καλοήθης όγκος