καλοήθης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η καλοήθης το καλόηθες
      γενική του/της καλοήθους του καλοήθους
    αιτιατική τον/την καλοήθη το καλόηθες
     κλητική καλοήθη καλόηθες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καλοήθεις τα καλοήθη
      γενική των καλοήθων των καλοήθων
    αιτιατική τους/τις καλοήθεις τα καλοήθη
     κλητική καλοήθεις καλοήθη
Κατηγορία όπως «συνήθης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλοήθης < (ελληνιστική κοινή) καλοήθης < καλός + ἦθος

Επίθετο[επεξεργασία]

καλοήθης, -ης, -ες

  • (ιατρική) για νόσο που δεν έχει σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία, συνήθως σε αντιδιαστολή με θανατηφόρα νόσο με επιφανειακά παρόμοια συμπτώματα
    καλοήθης όγκος, καλοήθης παιδική επιληψία

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]