blackmail
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- ο εκβιασμός, ο εξαναγκασμός κάποιου να δώσει χρήματα για να μην αποκαλύψει ο εκβιαστής ενοχλητικές λεπτομέρειες της ζωής του
Blackmail is a type of crime.
- Ο εκβιασμός είναι ένα είδος εγκλήματος.
He was forced to give in to blackmail.
- Αναγκάστηκε να υποκύψει στον εκβιασμό.
He preferred to resign rather than give in to their blackmail.
- Προτίμησε να παραιτηθεί παρά να ενδώσει στους εκβιασμούς τους.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | blackmail |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | blackmails |
| αόριστος | blackmailed |
| παθητική μετοχή | blackmailed |
| ενεργητική μετοχή | blackmailing |
blackmail (en)
- εκβιάζω, αναγκάζω με απειλές ή άλλα μέσα κάποιον να κάνει ακούσια κάτι
They tried to blackmail him.
- Προσπάθησαν να τον εκβιάσουν.
She claimed she killed him because, with his blackmailing, he had brought her to the breaking point.
- Ισχυρίστηκε ότι τον σκότωσε, γιατί με τους εκβιασμούς του την είχε φέρει στο απροχώρητο.