Μετάβαση στο περιεχόμενο

bring down

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας bring down
γ΄ ενικό ενεστώτα brings down
αόριστος brought down
παθητική μετοχή brought down
ενεργητική μετοχή bringing down

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bring down <  δείτε τις λέξεις bring και down

bring down (en) (μεταβατικό)

  1. ρίχνω, κάνω κάποιον να χάσει την εξουσία ή νικώ κάποιον
    παράδειγμα  They brought down the government.
    Έριξαν την κυβέρνηση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη overthrow
  2. ρίχνω, μειώνω κάτι
    παράδειγμα  The bad weather will bring down temperatures.
    Η κακοκαιρία θα ρίξει τις θερμοκρασίες.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη decrease
  3. προσγειώνω ένα αεροσκάφος
    παράδειγμα  He brought the plane down in a field.
    Προσγείωσε το αεροπλάνο σ' ένα χωράφι.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη land
  4. ρίχνω, κάνω ένα αεροσκάφος να πέσει από τον ουρανό
    παράδειγμα  He brought down an enemy plane.
    Έριξε ένα εχθρικό αεροπλάνο.