overthrow
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| overthrow | overthrows |
overthrow (en)
- η ανατροπή κυβέρνησης-θεωρίας κτλ.
- στέλνω μπάλα ή οτιδήποτε πιο μακριά απ' όσο πρέπει
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | overthrow |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | overthrows |
| αόριστος | overthrew |
| παθητική μετοχή | overthrown |
| ενεργητική μετοχή | overthrowing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
overthrow (en)
- ανατρέπω, ρίχνω μια κυβέρνηση
We are overthrowing a regime.
- Ανατρέπουμε ένα καθεστώς.
They overthrew the government.
- Έριξαν την κυβέρνηση.
- ≈ συνώνυμα: bring down και topple
Πηγές
[επεξεργασία]- overthrow - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 59, 770-771. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανατρέπω, ρίχνω